Μέρος Α

Είναι Σάββατο πρωί. Ακούς το ξυπνητήρι σου να χτυπάει. Ανοίγεις τα μάτια σου, ακόμα ζαλισμένος από τον ύπνο, προσπαθώντας να καταλάβεις τι γίνεται. Αρχίζεις λοιπόν να αναρωτιέσαι γιατί έβαλες το ξυπνητήρι, ενώ είναι Σάββατο και δεν δουλεύεις. Και ξαφνικά θυμάσαι το λόγο. Γιατί εχθές το βράδυ αποφάσισες πως το πρωί θα πας στο γυμναστήριο. Και εδώ έχεις ένα δίλημμα, αλλά πρέπει να πάρεις μια απόφαση. Από τη μία πλευρά το κρεβάτι σου είναι τόσο ωραίο και ζεστό, οπότε σκέφτεσαι απλά να κλείσεις το ξυπνητήρι και να συνεχίσεις τον ύπνο σου ή από την άλλη μεριά να σηκωθείς, να φορέσεις τη φόρμα και τα αθλητικά σου παπούτσια και να πας στο γυμναστήριο. Τι απόφαση θα πάρεις;

Καθημερινά ερχόμαστε αντιμέτωποι με τέτοια «μικρά» διλήμματα (να παραγγείλω φαγητό από έξω ή να φάω μια σαλάτα; Να προσέξω τις ποσότητες που τρώω για να μπορώ να φοράω το αγαπημένο μου παντελόνι ή δεν πειράζει θα πάρω καινούριο;). Μπορεί να θεωρείτε πως τα διλήμματα αυτά είναι ασήμαντα σε καμία όμως περίπτωση δεν είναι. Μέσα από τις αποφάσεις που λαμβάνουμε στην καθημερινή μας ζωή μπορούμε να καταλάβουμε πώς λειτουργούμε γενικότερα σαν άνθρωποι. Διαλέγουμε αυτό που είναι καλό για εμάς ή τον εύκολο δρόμο που δε χρειάζεται να κοπιάσουμε καθόλου;

Ποιο είναι λοιπόν το κοινό χαρακτηριστικό των παραπάνω διλημμάτων; Η ύπαρξη ή μη της θέλησης. Τι εννοούμε όμως με τον όρο θέληση;

Ως θέληση ορίζεται η ψυχική ενέργεια που επιτρέπει στο άτομο να βάζει στόχους και να αποφασίζει να τους πραγματοποιεί. Αποτελεί ένα χαρακτηριστικό που αναπτύσσεται και καλλιεργείται. Δεν υπάρχουν δηλαδή άνθρωποι που γεννήθηκαν με μεγάλη θέληση και άλλοι που γεννήθηκαν με ελάχιστη. Υπάρχουν όμως άνθρωποι που είναι πρόθυμοι να αλλάξουν τη ζωή τους διαλέγοντας το «δύσκολο» δρόμο και υπάρχουν άνθρωποι που συμβιβάζονται με αυτά που έχουν και δε χάνουν την ασφάλεια του εύκολου δρόμου. Δυστυχώς όμως τα περισσότερα άτομα που ανήκουν στη δεύτερη κατηγορία κάποια στιγμή στη ζωή τους γυρίζοντας το χρόνο πίσω θα αναρωτηθούν πώς θα ήταν η ζωή τους αν όντως είχαν προσπαθήσει περισσότερο και τολμούσαν να κάνουν αλλαγές που δεν έκαναν.

Επιστημονικές έρευνες που έρχονται στο φως συνεχώς επιβεβαιώνουν τη σχέση που υπάρχει ανάμεσα στη θέληση και τη θετική έκβαση της ζωής ενός ατόμου. Η θέληση συνδέεται άμεσα με καλύτερη σχολική και επαγγελματική επίδοση, καλύτερες διαπροσωπικές σχέσεις, λιγότερα αρνητικά συναισθήματα (θυμός, άγχος, απογοήτευση, θλίψη), μειωμένα ποσοστά κατάχρησης αλκοόλ και ουσιών και αυξημένα ποσοστά ευτυχίας και επιτυχίας. Η θέληση αποτελεί τη δύναμη εκείνη που μας κρατά εστιασμένους στους στόχους μας κάθε φορά που κάτι πάει να μας απομακρύνει από αυτούς. Αποτελεί εκείνο το χαρακτηριστικό που μας βοηθά να μην το βάζουμε κάτω στα εμπόδια και τις δυσκολίες που θα εμφανιστούν στο δρόμο μας.

Είναι πολύ σημαντικό λοιπόν να κρατήσετε στο νου σας πως η θέληση δεν αποτελεί ένα έμφυτο χαρακτηριστικό της προσωπικότητας, αλλά μία ψυχική ενέργεια που καλλιεργείται, όπως και κάθε άλλο θετικό χαρακτηριστικό της προσωπικότητάς μας. Και να θυμάστε τα σοφά λόγια του Gustave Flaubert πως «οι πιο ένδοξες στιγμές της ζωής μας δεν είναι οι λεγόμενες μέρες επιτυχίας, αλλά περισσότερο οι μέρες εκείνες, που μετά από απόρριψη και απελπισία, αισθάνεσαι να μεγαλώνει μέσα σου η θέληση για ζωή και η υπόσχεση για μελλοντικά επιτεύγματα».